Πέρα από το R&D: Τι λέει η Θεωρία Πολιτικών Καινοτομίας στη Βιομηχανία Τροφίμων για τα όρια του “More Science”
- 20 Μαΐου, 2026
- Posted by: Thanasis Stathopoulos
- Κατηγορία: Κοινωνικά
Ένα άρθρο του 2018 των Johan Schot και W. Edward Steinmueller, δημοσιευμένο στο Research Policy, υποστηρίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο κυβερνήσεις και βιομηχανίες σκέφτονται την καινοτομία έχει διαμορφωθεί από έναν μικρό αριθμό επίμονων νοητικών πλαισίων — και ότι αυτά τα πλαίσια δεν επαρκούν πλέον για την αντιμετώπιση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων της εποχής μας. Το άρθρο εντοπίζει τρία διακριτά «πλαίσια» πολιτικών καινοτομίας, ανιχνεύει την ιστορική τους προέλευση και υποστηρίζει ότι ένα τρίτο, σε μεγάλο βαθμό υπο-ανεπτυγμένο «πλαίσιο», είναι αυτό που σήμερα χρειάζεται πιο επιτακτικά. Παρότι το άρθρο απευθύνεται σε policymakers και ακαδημαϊκούς, τα βασικά του επιχειρήματα εφαρμόζονται άμεσα στους επαγγελματίες της βιομηχανίας τροφίμων, οι οποίοι καλούνται να κινηθούν μέσα σε πιέσεις βιωσιμότητας, κανονιστικές αλλαγές και ένα αυξανόμενο χάσμα μεταξύ τεχνολογικής επένδυσης και πραγματικού αντίκτυπου.
Πλαίσιο 1: Η Καινοτομία ως Μηχανή Ανάπτυξης
Το πρώτο πλαίσιο, σύμφωνα με το άρθρο, αναδύθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και βασίστηκε σε μια απλή υπόθεση: η δημόσια επένδυση στην επιστήμη και το R&D παράγει γνώση, η γνώση παράγει καινοτομία και η καινοτομία παράγει οικονομική ανάπτυξη. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος του κράτους είναι να χρηματοδοτεί τη βασική έρευνα και να ρυθμίζει τα προβλήματα αφού εμφανιστούν. Ο ρόλος της βιομηχανίας είναι να εμπορευματοποιεί τις επιστημονικές ανακαλύψεις. Η βασική παραδοχή είναι ότι οι αρνητικές συνέπειες — περιβαλλοντική ζημία, κίνδυνοι για την υγεία, κοινωνική αναστάτωση — μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω (νομοθετικής) ρύθμισης όταν γίνουν ορατές.
Η βιομηχανία τροφίμων έχει λειτουργήσει σε μεγάλο βαθμό μέσα σε αυτό το πλαίσιο για δεκαετίες. Η επένδυση στην επιστήμη τροφίμων, στην τεχνολογία συστατικών, στην αποδοτικότητα της επεξεργασίας και στην καινοτομία της συσκευασίας αντιμετωπίστηκε ως εγγενώς προοδευτική — ως μοχλός παραγωγικότητας, ασφάλειας και επιλογών για τον καταναλωτή. Η ρύθμιση, σε αυτό το μοντέλο, έρχεται εκ των υστέρων: εγκρίνεται ένα νέο πρόσθετο, ορίζεται ένα όριο για έναν επιμολυντή, εισάγεται μια απαίτηση επισήμανσης. Το άρθρο δεν απορρίπτει αυτή την προσέγγιση, αλλά αναδεικνύει τον δομικό της περιορισμό: υποθέτει ότι η κατεύθυνση της καινοτομίας είναι ουσιαστικά ουδέτερη και ότι όποια προβλήματα παράγει μπορούν να διορθωθούν downstream. Η ιστορία των food-related controversies — από τα trans fats έως τα endocrine-disrupting packaging materials και τις συνθέσεις ultra-processed foods — δείχνει ότι αυτή η υπόθεση αξίζει προσεκτική επανεξέταση.
Πλαίσιο 2: Η Καινοτομία ως Συστημικό Πρόβλημα
Το δεύτερο πλαίσιο αναδύθηκε τη δεκαετία του 1980, ως απάντηση στην αυξανόμενη αναγνώριση ότι η επένδυση στο R&D από μόνη της δεν μπορούσε να εξηγήσει τις διαφορές στην καινοτομική επίδοση μεταξύ χωρών. Η βιομηχανική άνοδος της Ιαπωνίας, ειδικότερα, ώθησε τους ερευνητές να κοιτάξουν πέρα από τα εργαστήρια και να ρωτήσουν πώς κινείται η γνώση μέσα στις οικονομίες — πώς οι επιχειρήσεις μαθαίνουν από προμηθευτές και πελάτες, πώς τα πανεπιστήμια συνδέονται με τη βιομηχανία, πώς τα regional clusters αναπτύσσουν κοινές ικανότητες. Η έννοια των national systems of innovation αποτύπωσε αυτή τη διορατικότητα: αυτό που έχει σημασία δεν είναι μόνο πόσο επενδύει μια χώρα στην έρευνα, αλλά πόσο καλά συνδέονται και ευθυγραμμίζονται οι διαφορετικοί actors μέσα στο σύστημα καινοτομίας της.
Για τη βιομηχανία τροφίμων, αυτό το πλαίσιο αντιστοιχεί στην αυξανόμενη έμφαση σε ζητήματα supply chain integration, σε public-private research partnerships, στην ανάπτυξη clusters σε agri-food περιοχές και στα δίκτυα ανταλλαγής γνώσης που συνδέουν εταιρείες τροφίμων, προμηθευτές συστατικών, ερευνητικά ινστιτούτα και ρυθμιστικούς φορείς. Αυτό αντιστοιχεί επίσης στη λογική του Triple Helix, η οποία έχει διαμορφώσει την πολιτική καινοτομίας τροφίμων σε πολλές χώρες, όπου πανεπιστήμια, βιομηχανία και κράτος αναμένεται να συνεργάζονται πάνω σε κοινές ερευνητικές ατζέντες. Η συμβολή του άρθρου εδώ είναι ότι επισημαίνει πως αυτή η συστημική προσέγγιση, παρότι πιο σύνθετη από την απλή επένδυση στο R&D, εξακολουθεί να μοιράζεται τη βασική παραδοχή του πρώτου πλαισίου: ότι περισσότερη και καλύτερα διασυνδεδεμένη καινοτομία είναι εγγενώς ωφέλιμη, και ότι οι κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί στόχοι μπορούν να αντιμετωπιστούν ξεχωριστά, μέσω αναδιανομής και ρύθμισης, αφού πρώτα επιτευχθεί η ανάπτυξη.
Πλαίσιο 3: Η Καινοτομία ως Μετασχηματισμός
Το τρίτο πλαίσιο είναι το σημείο όπου το άρθρο διατυπώνει το πιο προκλητικό και ουσιαστικό του επιχείρημα. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ούτε το Πλαίσιο 1 ούτε το Πλαίσιο 2 επαρκούν για την αντιμετώπιση προκλήσεων όπως η κλιματική αλλαγή, η ανισότητα, η εξάντληση πόρων και η βιωσιμότητα των διεθνών συστημάτων τροφίμων — όχι επειδή είναι λανθασμένα, αλλά επειδή βασίζονται σε λάθος ερώτημα. Και τα δύο Πλαίσια ρωτούν πώς μπορούμε να παράγουμε περισσότερη και καλύτερη καινοτομία. Το Πλαίσιο 3 ρωτά τι είδους καινοτομία, προς ποια κατεύθυνση και για την εξυπηρέτηση ποιων κοινωνικών και περιβαλλοντικών σκοπών.
Το άρθρο περιγράφει την πλαισίωση αυτή ως transformative change — όπου δεν έχουμε απλά την αντικατάσταση μιας τεχνολογίας από μίαν άλλη, αλλά την τεχνολογία ως αναδιάρθρωση ολόκληρων κοινωνικό-τεχνικών συστημάτων. Το παράδειγμα που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς είναι η κινητικότητα (mobility): η αντικατάσταση των αυτοκινήτων βενζίνης με ηλεκτρικά αυτοκίνητα αποτελεί απάντηση τύπου Πλαίσιο 1 ή Πλαίσιο 2. Η αναδιοργάνωση ολόκληρου του συστήματος μετακίνησης των ανθρώπων — με μείωση της εξάρτησης από το αυτοκίνητο, ενσωμάτωση δημόσιων μεταφορών, ποδηλασίας, shared mobility services και urban planning — αποτελεί απάντηση τύπου Πλαίσιο 3. Η διαφορά δεν είναι σταδιακή, αλλά συστημική.
Η βιομηχανία τροφίμων αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα που το άρθρο αναφέρει ως πεδίο που απαιτεί αυτού του είδους τον συστημικό μετασχηματισμό. Η παραγωγή, η επεξεργασία, η διανομή και η κατανάλωση τροφίμων είναι βαθιά ενσωματωμένες σε πρότυπα χρήσης πόρων, διαχείρισης γης, υποδοεμές logistics, πολιτισμικών πρακτικών και κανονιστικών συμβάσεων, τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν απλώς με την ανάπτυξη νέων συστατικών ή με τη βελτίωση της αποδοτικότητας της επεξεργασίας. Το άρθρο υποστηρίζει ότι μια πραγματικά transformative αλλαγή των συστημάτων τροφίμων, απαιτεί να ανοίξει το ίδιο το ζήτημα της κατεύθυνσης — όχι μόνο να ρωτήσουμε πώς θα παράγουμε τρόφιμα πιο αποδοτικά, αλλά τι είδους συστήματα θα πρέπει να παράγουν τρόφιμα, για ποιους, με ποιο περιβαλλοντικό κόστος και υπό ποιες αρχές διακυβέρνησης.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη
Το άρθρο εντοπίζει τέσσερις τύπους αποτυχίας (failures) που μια transformative innovation policy οφείλει να αντιμετωπίσει, καθένας από τους οποίους έχει άμεση σημασία για τις επιχειρήσεις τροφίμων και τους επαγγελματίες πολιτικής τροφίμων.
Ο πρώτος είναι το directionality failure — η απουσία ουσιαστικών κοινωνικών διαδικασιών για την επιλογή μεταξύ διαφορετικών διαδρομών ανάπτυξης. Στον χώρο των τροφίμων, αυτό είναι το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που η βιομηχανία γνωρίζει να βελτιστοποιεί και σε αυτό που πραγματικά χρειάζεται η κοινωνία από τα συστήματα διατροφής της. Η κάλυψη αυτού του κενού απαιτεί διαβούλευση και όχι μόνο market signals ή regulatory compliance.
Ο δεύτερος είναι το policy coordination failure — η αδυναμία διαφορετικών κυβερνητικών φορέων και policy domains να ευθυγραμμιστούν γύρω από μια κοινή transformative agenda. Η πολιτική τροφίμων βρίσκεται στο σημείο τομής γεωργίας, υγείας, περιβάλλοντος, εμπορίου και προστασίας καταναλωτή, όπου κάθε πεδίο διοικείται από ξεχωριστούς φορείς με διαφορετικές αρμοδιότητες. Το άρθρο υποστηρίζει ότι ο μετασχηματισμός απαιτεί μια whole-of-government προσέγγιση, με τη σημαντική επισήμανση ότι τέτοιες προσεγγίσεις παραμένουν ευάλωτες στην επιρροή κατεστημένων συμφερόντων.
Ο τρίτος είναι το demand articulation failure — η δυσκολία να δοθεί φωνή στις προτιμήσεις και τις ανάγκες μελλοντικών χρηστών, περιθωριοποιημένων καταναλωτών και κοινοτήτων που σήμερα δεν εξυπηρετούνται επαρκώς από τα υπάρχοντα συστήματα τροφίμων. Αυτό δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα έρευνας αγοράς, αλλά απαιτεί ενεργές διαδικασίες εμπλοκής, συμμετοχής και συν-σχεδιασμού.
Ο τέταρτος είναι το reflexivity failure — η αδυναμία των actors μέσα σε ένα σύστημα να αμφισβητήσουν τις ίδιες τους τις παραδοχές σχετικά με το τι κάνουν και γιατί το κάνουν. Για τους επαγγελματίες της βιομηχανίας τροφίμων, αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο από τα τέσσερα. Απαιτεί να αναρωτηθούν όχι μόνο πώς μπορούν να κάνουν αυτό που ήδη κάνει η βιομηχανία πιο βιώσιμα, αλλά και αν η ίδια η σημερινή κατεύθυνση της καινοτομίας στα συστήματα τροφίμων παράγει τα αποτελέσματα που απαιτεί ένα βιώσιμο και δίκαιο σύστημα τροφίμων.
Ο Επιστήμονας που δεν κατανοεί την Κοινωνία — και η Κοινωνία που δεν κατανοεί τον Επιστήμονα
Μία από τις πιο αιχμηρές παρατηρήσεις του άρθρου αφορά την εκπαίδευση και τις δεξιότητες των ερευνητών και των επαγγελματιών που αναμένεται να οδηγήσουν την καινοτομία. Οι Schot και Steinmueller υποστηρίζουν ρητά ότι η γνωσιακή βάση που απαιτείται για μια μετασχηματιστική αλλαγή δεν μπορεί να κυριαρχείται μόνο από τα οικονομικά και τις τεχνικές επιστήμες. Πρέπει να αντλεί από την έρευνα sustainability transitions, τα Science and Technology Studies, τη διακυβέρνηση, την ιστορία της τεχνολογίας και τις Σπουδές Ανάπτυξης. Πιο πρακτικά, απαιτεί ανθρώπους ικανούς να γεφυρώνουν τις κοινωνικές επιστήμες με τα STEM fields — ανθρώπους που μπορούν να συνδέουν αυτό που είναι τεχνικά εφικτό με αυτό που είναι κοινωνικά επιθυμητό.
Η έννοια που επικαλούνται εδώ οι συγγραφείς είναι το responsible research and innovation — μια αναδυόμενη πρακτική που ζητά από ερευνητές και επαγγελματίες να προβλέπουν τις ευρύτερες συνέπειες της εργασίας τους, να εμπλέκουν διαφορετικούς stakeholders και να παραμένουν αναστοχαστικοί απέναντι στις ίδιες τους τις παραδοχές.
Για τους επαγγελματίες των τροφίμων, αυτό μεταφράζεται σε μια συγκεκριμένη πρόκληση: οι δεξιότητες που απαιτούνται για να συμβάλει κανείς ουσιαστικά στον μετασχηματισμό των συστημάτων τροφίμων δεν είναι μόνο αναλυτικές και τεχνικές, αλλά και κοινωνικές, πολιτικές και ηθικές. Η κατανόηση του πώς λειτουργούν οι food cultures (κουλτούρες διατροφής), πώς τα νομοθετικά συστήματα διαμορφώνονται από ανταγωνιστικά συμφέροντα, πώς οι περιθωριοποιημένες κοινότητες σχετίζονται με τα συστήματα τροφίμων και πώς η καταναλωτική συμπεριφορά είναι ενσωματωμένη σε υποδομές και συνήθειες — όλα αυτά δεν αποτελούν “soft skills” στην εργαλειοθήκη ενός επιστήμονα τροφίμων. Σύμφωνα με το επιχείρημα του άρθρου, αποτελούν προϋποθέσεις για καινοτομία που πράγματι ανταποκρίνεται στους στόχους της βιωσιμότητας και της ισότητας.
Ένα Πρίσμα για τη Βιομηχανία Τροφίμων
Το κεντρικό επιχείρημα των Schot και Steinmueller — ότι τα κυρίαρχα πλαίσια σκέψης γύρω από την καινοτομία είναι δομικά ανίκανα να αντιμετωπίσουν συστημικές προκλήσεις βιωσιμότητας — εφαρμόζεται άμεσα σε οποιονδήποτε εργάζεται στην παραγωγή τροφίμων, στις πολιτικές τροφίμων ή στη διακυβέρνηση των συστημάτων τροφίμων.
Το άρθρο δεν προτείνει την εγκατάλειψη των επενδύσεων σε R&D ούτε την εγκατάλειψη της οικοδόμησης innovation systems. Υποστηρίζει ότι αυτές οι δραστηριότητες πρέπει να επαναπροσανατολιστούν γύρω από ερωτήματα κατεύθυνσης, συμμετοχής και συστημικής αλλαγής — ερωτήματα που τα υπάρχοντα Πλαίσια δεν θέτουν φυσικά από μόνα τους.
Για μια βιομηχανία τροφίμων που αντιμετωπίζει ταυτόχρονες πιέσεις γύρω από το κλίμα, τη διατροφή, την ισότητα και τον κανονιστικό μετασχηματισμό, η διάκριση ανάμεσα στο να δημιουργούμε καλύτερα προϊόντα μέσα στο υπάρχον σύστημα και στο να συμβάλλουμε στον μετασχηματισμό του ίδιου του συστήματος γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να αγνοηθεί.
Παραπομπές
- Schot, J., & Steinmueller, W. E. (2018). Three frames for innovation policy: R&D, systems of innovation and transformative change. Research Policy, 47(9), 1554–1567.
- Growth through innovation/creativity:
Rather than be constrained by ideas for new products, services and new markets coming from just a few people, a Thinking Corporation can tap into the employees. - Increased profits:
The corporation will experience an increase in profits due to savings in operating costs as well as sales from new products, services and ventures.
- Higher business values:
The link between profits and business value means that the moment a corporation creates a new sustainable level of profit, the business value is adjusted accordingly. - Lower staff turnover:
This, combined with the culture that must exist for innovation and creativity to flourish, means that new employees will be attracted to the organization.
Αφήστε μια απάντηση Ακύρωση απάντησης
If the challenges discussed in this article reflect situations within your organization, a structured discussion can be the next step.
-
Όταν η επισκευή ήταν ο κανόνας: Τι μας διδάσκει η Ιστορία της Επισκευής για την Παραγωγή Τροφίμων
Τι αποκαλύπτει η ιστορία της επισκευής για τη σύγχρονη παραγωγή τροφίμων; Βασισμένο σε πρόσφατη ιστορική έρευνα, το άρθρο αυτό εξετάζει πώς η επισκευή, η συντήρηση και η πρακτική τεχνική γνώση αποτέλεσαν για αιώνες τα θεμέλια των παραγωγικών συστημάτων. Παράλληλα, αναδεικνύει γιατί αυτές οι έννοιες αποκτούν ξανά ιδιαίτερη σημασία στις σημερινές συζητήσεις γύρω από τη βιωσιμότητα, τη διαχείριση εξοπλισμού, την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα και την Κουλτούρα Ασφάλειας Τροφίμων.
22 Μαΐου, 2026Read More -
Ιστορικοποιώντας τη Γραμμή Συναρμολόγησης
Τι μπορεί να διδάξει η ιστορία της γραμμής συναρμολόγησης στη σύγχρονη βιομηχανία τροφίμων; Το άρθρο αυτό εξετάζει πώς η καινοτομία, ο πειραματισμός, η πολιτισμική προσαρμογή και η συνεχής βελτίωση διαμόρφωσαν τα βιομηχανικά συστήματα παραγωγής και γιατί η μετάβαση προς πιο βιώσιμα συστήματα τροφίμων ενδέχεται να απαιτεί την ίδια νοοτροπία σήμερα. Αντλώντας έμπνευση από το έργο America’s Assembly Line του David E. Nye, συνδέει τον ιστορικό βιομηχανικό μετασχηματισμό με τις σύγχρονες προκλήσεις της Κουλτούρας Ασφάλειας Τροφίμων και της βιωσιμότητας.
21 Μαΐου, 2026Read More -
Food Labelling ως Επικοινωνία Επιστημών (Υγείας και Διατροφής) — Insights από τις Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας (STS).
Οι ετικέτες τροφίμων συχνά αντιμετωπίζονται ως απλά κανονιστικά εργαλεία, στην πραγματικότητα όμως αποτελούν ισχυρά μέσα επικοινωνίας της επιστήμης. Βασισμένο σε γνώσεις από τις Σπουδές Επιστήμης και Τεχνολογίας (Science and Technology Studies – STS), το άρθρο αυτό εξετάζει πώς οι διατροφικές επισημάνσεις διαμορφώνουν την κατανόηση, τη συμπεριφορά και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Από τις προειδοποιητικές ετικέτες και τα συστήματα τύπου «φωτεινού σηματοδότη» έως τις προκλήσεις της παραπληροφόρησης και του κατακερματισμού των κοινών, αναδεικνύει γιατί η αποτελεσματική επισήμανση τροφίμων δεν εξαρτάται μόνο από την επιστημονική ακρίβεια, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ερμηνεύουν και αξιοποιούν τις πληροφορίες στην καθημερινή τους ζωή.
20 Μαΐου, 2026Read More